διάπηξις

διάπηξις, εως, ,
A fastening together, structure, δ. σωματική bodily frame, Herm. ap. Stob.1.49.69.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάπηξη — η (Α διάπηξις, εως) 1. σύμπηξη, συναρμολόγηση, συνένωση 2. συναρμολόγηση δοκών για τον σχηματισμό σκελετού στην οικοδομή 3. ο ίδιος ο σκελετός (η ξυλοδεσιά) …   Dictionary of Greek

  • διάπηξιν — διάπηξ masc dat pl διάπηξις fastening together fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.